ἀτρεμία

ἀτρεμία
ἀτρεμία
1 steadfastness, fearlessness

ἄνδρα δἐγὼ μακαρίζω μὲν πατέρ' Ἀρκεσίλαν καὶ τὸ θαητὸν δέμας ἀτρεμίαν τε σύγγονον N. 11.12

[ἀρτεμιᾳ dub. Pae. 12.3]

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀτρεμία — ἀτρεμίᾱ , ἀτρεμία keeping still fem nom/voc/acc dual ἀτρεμίᾱ , ἀτρεμία keeping still fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεμίᾳ — ἀτρεμίαι , ἀτρεμία keeping still fem nom/voc pl ἀτρεμίᾱͅ , ἀτρεμία keeping still fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατρεμία — η (Α ἀτρεμία) [ατρεμής] 1. το να μην τρέμει κάποιος ή κάτι 2. αταραξία, αφοβία …   Dictionary of Greek

  • ἀτρεμίαν — ἀτρεμίᾱν , ἀτρεμία keeping still fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεμίαις — ἀτρεμία keeping still fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεμίη — ἀτρεμία keeping still fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεμίην — ἀτρεμία keeping still fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτρεμίῃ — ἀτρεμία keeping still fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Атремия — (от др. греч. ἀτρεμία  неподвижность)  нервно мышечное расстройство, при котором больной годами не встаёт с постели при сохранности движений в ногах. В ЭСБЕ указано, что пациент (чаще женского пола) при данном состоянии часто испытывает …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”